Η Σιωπή…

Σσσσ, σώπα… Μην μιλάς… Μην λες πράγματα που έχουν ουσία!

Κανείς δεν τα πιστεύει, κανείς δεν τα ακούει… Ακούνε μόνο την φωνή σου και βάζουν τα δικά τους λόγια, εκείνα που έχουν συνηθίσει, εκείνα που τους έλεγαν συνήθως…

 

Σιωπή… Φυλάξου… Μην μιλάς ούτε με τα λόγια, ούτε με τις πράξεις… Κανείς δεν ακούει.. Ποτέ κανείς δεν σε ακούει!

Σιωπή… Παντού σιωπή… Ο ήχος της αδιαφορίας, του φόβου, της ντροπής, της ειλικρίνειας… Μια σιωπή που κρατάει για χρόνια…

 

Και τώρα υπάρχει μόνο αυτή και τίποτε άλλο… Χάθηκαν τα λόγια, οι πράξεις, τα γέλια, τα συναισθήματα, η καθημερινότητα… Μόνο σιωπή… Παντού σιωπή… Άλλες φορές η απόλυτη ηρεμία κι άλλες μια κόλαση που δεν τελειώνει με τίποτα…

 

Just Me…

Η Μπόρα…

Πέσε βροχή… Ρίξε τα δάκρυα που σε μένα έχουν στερέψει!

Φύσα αγέρα… Βγάλε τις πνοές που σε μένα έχουν λιγοστέψει!

Δώσε το φως σου κεραυνέ… Δείξε μου το φως που έχω ξεχάσει πως υπάρχει!

Χτύπα βροντή… Βγάλε τις κραυγές που μέσα μου έχουν εγκλωβιστεί!

 

Γι’ αυτό λατρεύω την μπόρα! Γιατί αισθάνομαι πως ο ουρανός με καταλαβαίνει… Πως ξεσπάει όταν εγώ πρέπει να τα πνίγω μέσα μου…

 

Μπόρα είναι όμως και θα περάσει… Κι εγώ θα είμαι εδώ να περιμένω την επόμενη για να χαμογελάσω, να ανασάνω και να μυρίσω την βροχή…

 

Just Me…

Η Γυναίκα…

Καθώς άνοιξε η πόρτα του λεωφορείου είδε μια αντανάκλαση που δεν της άρεσε καθόλου… Την δική της!

Όχι γιατί δεν ήταν όμορφη, ίσα-ίσα πάντα τραβούσε τα βλέμματα πάνω της, ήταν πολύ γοητευτική γυναίκα…

Απλά πλέον τα όμορφα χαρακτηριστικά του προσώπου της είχαν καλυφθεί από πίκρα, προδοσία και απογοήτευση…

 

Πώς να χαρεί κανείς με αυτό το θέαμα; Ήταν μόλις 25 χρονών και πρόλαβε ο κόσμος να της γεράσει την ψυχή… Πρόλαβαν να της πάρουν την ομορφιά της καρδιά της και να την αντικαταστήσουν με οχυρά! Απομόνωση, σοβαρότητα και λόγια κοφτά για προστασία…

 

Είχε κάτσει κοντά στην πόρτα, βρήκε την αγαπημένη της θέση, εκεί βολευόταν πάντα… Δίπλα στο παράθυρο και κοντά στην πόρτα ώστε να σηκωθεί τελευταία στιγμή και να προλάβει… Έτσι θα ήταν στην ώρα της για την δουλειά και θα είχε ευχαριστηθεί έστω και λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω την διαδρομή….

 

Μα αυτήν την φορά δεν ήταν ίδιος ο δρόμος, η ώρα που έκανε για να φτάσει στον προορισμό της… Αυτήν την φορά δεν κοιτούσε έξω από το τζάμι, παρατηρώντας την γλώσσα του σώματος των ανθρώπων…

 

Αυτήν την φορά κοιτούσε ευθεία… Κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα έβλεπε το είδωλό της που το φώτιζε ο ήλιος και σκεφτόταν.. Αναπολούσε τις μέρες που της ταίριαζαν οι ακτίνες του ήλιου… Τώρα ήταν σα να έμπαινε απρόσκλητο φως σ’ ένα σκοτεινό τοπίο τονίζοντας την ασχήμια του…

 

Ήξερε πως έτσι ένιωθε… Αλλά ήταν τελείως διαφορετικό να το βλέπει μπροστά στα μάτια της…

Γύρισε επιδεικτικά το κεφάλι στην πόρτα λες και αντιμιλούσε στον ίδιο της τον εαυτό…

Αρνιόταν να δει την πραγματικότητα, αρνιόταν να ρίξει τις άμυνες της…

 

Αυτή ήταν τώρα πια και σε όποιον αρέσει… Και αν δεν τους άρεσε, καλύτερα, ένας λιγότερος που θα βίαζε την ψυχή της…

 

Αυτό σκέφτηκε κι έβαλε τα γυαλιά ηλίου να αντισταθεί στο φως του και να κρύψει για ακόμη μια φορά το όμορφο πρόσωπό της από τον άσχημο τούτο κόσμο…

 

Just Me…

 Image

Η Βροχή…

Έχει καθίσει τη συνηθισμένη ώρα, όταν μένει μόνη της και ακούει μουσική…

Χαλαρώνει, σκέφτεται και ανάβει ακόμα ένα τσιγάρο…

Όχι τόσο για να το καπνίσει αλλά για να παρακολουθήσει το χορό του καπνού, την βοηθάει να ηρεμήσει, να χαθεί στις σκέψεις τις…

Όσο κι αν το αποφεύγει ξέρει πως θα έρθει και πάλι η εικόνα του στο μυαλό της…

Έχει καταφέρει να συμβιβαστεί με την ιδέα…

Πλέον δεν κλαίει με λυγμούς, δεν θυμώνει. Μόνο χαμογελά…

Σκέφτεται τις όμορφες στιγμές και μόνο ένα δάκρυ με παράπονο μπορεί να τρέξει από τα μάτια της…

Τις σκέψεις της διακόπτει ο ήχος της βροχής…

Το αγαπημένο της…

Λατρεύει την βροχή και περιμένει πως και πως κάθε χειμώνα τα βραδάκια που θα κάθεται σπίτι και θα χαλαρώνει να ξεκινήσει…

Βγαίνει πάντα έξω και κάθεται να την χαζέψει, να την μυρίσει…

Όταν ήταν μ’ εκείνον το είχε μοιραστεί αυτό το συναίσθημα μαζί του…

Κάθονταν μέχρι να σταματήσει…

Μόνο που μ’ εκείνον δεν καθόταν σε κατώφλι…

Έβγαιναν στο δρόμο, δεν τους ένοιαζε να βραχούν, άλλωστε ήταν μια αφορμή για να αγκαλιαστούν, όχι ότι χρειάζονταν κάποια αφορμή βέβαια…

Από τότε είχε να βγει να αισθανθεί την βροχή πάνω της…

Κάθε φορά που άκουγε τις σταγόνες της βροχής, όπου κι αν ήταν, με όποιον κι αν ήταν, τον σκεφτόταν και ήξερε πως κι εκείνος το ίδιο έκανε…

Ήταν κάτι δικό τους…

Είχε δημιουργηθεί το ιδανικό σκηνικό…

Ησυχία, μουσικούλα, τσιγάρο στα κρυφά και φυσικά βροχή…

Βγήκε λοιπόν ως συνήθως στο μπαλκόνι της…

Έβγαλε μια καρέκλα έξω, έκατσε και απλά παρακολουθούσε τη νύχτα…

Μετά από λίγη ώρα βλέπει κάποιον να προχωράει στο δρόμο χωρίς ομπρέλα…

Χαμογέλασε… “Κάποια τον έχει τρελάνει κι αυτόν και βρέχεται έτσι”, σκέφτηκε…

Σηκώθηκε και κοίταξε λίγο καλύτερα να δει αν το πρόσωπό του χαμογελούσε όπως το δικό τους τότε…

Μέσα της ήξερε πως απλά ήλπιζε να ήταν εκείνος…

Προς απογοήτευσή της ήταν κάποιος άλλος ο οποίος όντως χαμογελούσε…

Έκατσε και πάλι στην καρέκλα της, άναψε ένα τσιγάρο -αυτή την φορά για να το καπνίσει- και χάθηκε ξανά στις σκέψεις της…

Την διέκοψε ένα μήνυμα στο κινητό της…

Είμαι έξω, βρέχομαι, χαμογελάω, σε σκέφτομαι και μου λείπεις…

Χαμογέλασε και με τρεμάμενα χέρια απάντησε : “Αγάπη μου όσα χρόνια κι αν περάσουν η βροχή θα είναι δική μας… Κάναμε ξεχωριστά οικογένεια, πήραμε διαφορετικούς δρόμους, μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα είμαστε μαζί γιατί ο ένας έχει την ψυχή του άλλου στα χέρια του… Σε αγαπάω ακόμα!”

Οι σκέψεις της διακόπηκαν και πάλι… Αυτή τη φορά από τα βήματα της μικρής της εγγονής η οποία έτρεξε με ενθουσιασμό να κάτσει έξω με την γιαγιά της…

Όταν η μικρή την ρώτησε γιατί έχει δάκρυα στα μάτια της εκείνη απάντησε : “Από αγάπη καρδούλα μου… Από χαρά κι αγάπη…”

Just Me…

Η Πληρωμένη…

Ο Γιώργος ήταν 24 χρονών ναυτικός. Σταματούσε σε πολλά λιμάνια όταν έκανε ταξίδια μα κάθε φορά που αποβιβαζόταν στην Ελλάδα εξαφανιζόταν για κάποιες ώρες… Όταν επέστρεφε είχε ένα τεράστιο χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του!
Οι συνάδελφοι και φίλοι του συνεχώς τον πειράζανε.. Τον ρωτούσαν συνέχεια: “Καλά ρε φίλε, σε τόσα λιμάνια κατεβαίνουμε, εσύ γιατί μόνο εδώ κάνεις την δουλειά σου; Αφού έχουμε καταλάβει που πας, τι σου κάνει αυτή που δεν τα κάνουν αλλού;”! Εκείνος κάθε φορά απλά χαμογελούσε και δεν απαντούσε…
Κάποια στιγμή, ένας συνάδελφος του, ο Χρήστος ήταν πολύ στεναχωρημένος κι απομονωμένος από όλους τους άλλους… Πήγε ο Γιώργος κοντά τού έδωσε ένα χαρτάκι με μια διεύθυνση πάνω και του είπε: “Πήγαινε εκεί. Είναι ακριβή αλλά δεν θα το μετανιώσεις!”. Του είπε τότε ο Χρήστος: “Ρε Γιώργο, δεν είναι αυτό που μου λείπει…”. “Άκουσέ με, πήγαινε…”!
Δεν είχε άλλη λύση στο μυαλό του και σκέφτηκε πως θα ξεχνιόταν τουλάχιστον για κάποιες ώρες… Πήγε, πλήρωσε όντως ακριβά, αλλά άξιζε!
Μπήκε μέσα, τον πήρε μία κοπέλα πολύ όμορφη με μια απίστευτη ζεστασιά στο πρόσωπό της, ξάπλωσαν στο κρεβάτι κι εκείνη απλά τον πήρε μια αγκαλιά… Ο

Χρήστος δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί… Έκλαψε! Και όσο έκλαιγε τόσο εκείνη τον έσφιγγε στην αγκαλιά της… Ώσπου, μετά από κάποια ώρα χαμογέλασε κι απλά αφέθηκε στην ζεστασιά…
Γυρνώντας πίσω στο καράβι πήγε στον Γιώργο και του είπε: “Ήταν όντως ακριβή αλλά πάντα έλεγα πως θα πλήρωνα όσα χρειαζόταν για μια τέτοια αγκαλιά… Τελικά, καμία άλλη δεν προσφέρει αυτό που εκείνη μου έδωσε έστω και για λίγες ώρες κι έστω με κάποια λεφτά! Σε ευχαριστώ φίλε μου…”!
Και κάπως έτσι, η φίλη μας η Άννα έγινε πλούσια… Από πληρωμένες αγκαλιές! Έδινε αυτό που σε πολλούς δεν είχαν δώσει ποτέ… Ζεστασιά!

 

Just Me…

Και Αν…

Κι αν σου έλεγα πως σε αγαπάω;

Κι αν σου έλεγα πως μόνο εσένα ονειρεύομαι τα βράδια;

Κι αν δεν ακολουθούσα τον ασφαλή δρόμο;

Κι αν δεν φοβόμουν;

Κι αν με ακολουθούσες στα όνειρα;

Κι αν με έκανες να αισθανθώ και πάλι ζωντανή;

Κι αν ερωτευόμουν μετά από τόσα χρόνια;

Κι αν τολμούσα;

 

Μα κι αν σε έχανα;

Κι αν όλα καταστρέφονταν;

Κι αν στο τέλος έμενα πάλι μόνη;

Κι αν φοβόμουν;

Κι αν δεν έκανα ούτε ένα βήμα μπροστά;

Κι αν έμενα στην σταθερότητα μου;

Κι αν δεν γινόταν τίποτα να ταράξει τα ήσυχα κι ανιαρά νερά μου;

Κι αν δεν τολμούσα;

Και αν…

Just Me…

Ο Άντρας

Καθόταν σε μια γωνιά στο ρεμπετάδικο μόνος του. Έπινε κρασί κόκκινο και τραγουδούσε όλα τα τραγούδια. Σηκώθηκε στο αγαπημένο του τραγούδι και χόρεψε ζεϊμπέκικο σαν παλικάρι 20 χρ

ονών κι ας ήταν 50… Πολλοί τον θαύμασαν και χειροκρότησαν! Έριξε ένα ζεστό χαμόγελο, γύρισε στην θέση του και έβαλε ένα ακόμη ποτήρι κρασί, το σήκωσε ψηλά κοιτώντας προς τα πάνω και

το κατέβασε μονοκοπανιά. Ύστερα άφησε τα λεφτά στο τραπέζι κι έφυγε…

Μια παρέα παραδίπλα διασκέδαζε. Άλλοι όταν είδαν τον άντρα να χορεύει τον σχολίασαν κοροϊδευτικά για να κάνουν πλάκα, άλλοι δεν του έδωσαν σημασία κι άλλοι τον θαύμασαν. Μία κοπέλα από την παρέα παρατήρησε όλη την σκηνή καθώς τον είχε δει εδώ και ώρα που καθόταν μόνος του και σκεφτόταν πως κατέληξε εκεί.

Όταν σηκώθηκε ο άντρας να φύγει εκείνη δεν άντεξε και πήγε να του μιλήσει… Όταν βγήκε έξω τον άκουσε να μιλάει μόνος του, οπότε πλησιάζει και του λέει:

-Καλησπέρα σας.

-Καλησπέρα.

-Σε ποιον μιλούσατε πριν σας διακόψω;

-Στην γυναίκα μου.

-Μα δεν είναι κανείς εδώ.

-Έχει φύγει από την ζωή.

Η κοπέλα τον κοίταξε σα να είναι τρελός. Τότε εκείνος της είπε:

-Δεν είναι τόσο τρελό όσο νομίζεις…. Όταν έχεις ζήσει με κάποιον τα 30 από τα 50 χρόνια της ζωής σου και ήταν όλα ξεχωριστά και όμορφα δεν ξεχνάς έτσι απλά. Ακόμα ξέρω την απάντησή της σε μια κουβέντα. Ακόμα εκνευρίζομαι μαζί της για μικροπράγματα. Ακόμα της μιλάω για την καθημερινότητά μου.

Η κοπέλα χαμογέλασε και του είπε:

-Ώστε σε εκείνη σηκώσατε το ποτήρι και ήπιατε…

-Όχι. Όταν φεύγει ένας άνθρωπος που του έχεις δώσει το μεγαλύτερο κομμάτι σου, στην πραγματικότητα φεύγεις εσύ… Εκείνη ζει ακόμα μέσα μου γιατί μου έδωσε το μεγαλύτερο κομμάτι

της… Ήπια σε μένα και την ψυχή μου που πέθανε μαζί με το σώμα της! Η ψυχή της είναι ακόμα εδώ…

Άλλωστε με ποιον θα μιλούσα εγώ τώρα; Αν μιλούσα μόνος μου θα ήμουν τρελός, είπε χαμογελώντας της και κλείνοντας το μάτι κι έφυγε…

Just Me…

Αρέσει σε %d bloggers: