Ένας άνθρωπος άφησε την οικογένειά του, τους φίλους του, την ζωή του κι έγινε ένας μετανάστης σε μια ξένη χώρα για να βρει μια δουλειά και να μπορέσει να προσφέρει και πάλι φαΐ στο σπίτι του.

Πηγαίνοντας σε αυτή την χώρα ήταν στεναχωρημένος, απογοητευμένος και έχοντας συγκεκριμένα εφόδια πάνω του… τα χέρια του!

Όταν έφτασε σε αυτή την χώρα αντιμετώπισε τον ρατσισμό, τον χλευασμό και την εκμετάλλευση κάθε είδους.

Ύστερα από κάποιους μήνες εκεί ήταν ακόμα άστεγος, περισσότερο ταλαιπωρημένος από ποτέ και μόνος του. Δεν έφτανε που ξάπλωνε στα κρύα πεζοδρόμια με κάποια ρούχα που είχε πάρει τα οποία είχαν πλέον γίνει κουρέλια, δεν έφτανε που δεν είχε να κάνει ένα ζεστό μπάνιο να χαλαρώσει λίγο το κορμί του, δεν έφτανε που έτρωγε ό,τι έβρισκε στα σκουπίδια είχε να αντιμετωπίσει κι αυτά τα άγρια βλέμματα, την κοροϊδία από τους ανθρώπους γύρω του, καμιά φορά και τον ξυλοδαρμό και το μίσος τους… Την εξουσία που ασκούσαν πάνω του οι αρχές και οι εργοδότες!

Όταν που και που έπιανε δουλειά, τον έβαζαν να κάνει εργασίες δέκα ανθρώπων και τον πλήρωναν σα να δίνουν χαρτζιλίκι στο παιδί τους. Ακόμα κι έτσι τα έστελνε στην οικογένειά του για

να προσπαθήσουν να ζήσουν.

Όταν μιλούσε με την γυναίκα του και τα παιδιά του τους έλεγε πως ήταν όλα πολύ όμορφα για να μην τους στενοχωρήσει παραπάνω. Μα όταν έκλεινε αυτό το τηλέφωνο η νοσταλγία των δικών του ανθρώπων τον σκότωνε μα και τον κρατούσε δυνατό ταυτόχρονα…

Τον κρατούσε τις νύχτες που το κρύο θέριζε, τις μέρες που οι περαστικοί χωρίς καν να τους πειράξει του μιλούσαν υποτιμητικά… Μα όσο τον χλεύαζαν τόσο αναπολούσε τις στιγμές που ήταν κι αυτός ένας απλός πολίτης! Με τις παρέες του, τις βόλτες του, τον χαβαλέ του, τους έρωτές του… Κάθε νύχτα στο μυαλό του γυρνούσε η οικογένειά του και οι φίλοι του… Και ούτε μια στιγμή δεν κατάλαβε γιατί δέχεται τόση κακία και τόση εκμετάλλευση!

Πάνω που έλεγε πως έτσι είναι οι άνθρωποι σε αυτή την χώρα, έτσι τους έχουν μάθει, δεν έχουν τρόπους, ένας περαστικός θα του έδινε κάτι να φάει μαζί με ένα χαμόγελο…

Πόσο εκτιμούσε αυτού του είδους τα χαμόγελα! Πόσο καλύτερη ήταν η μέρα του με ένα ζεστό βλέμμα…

Ο ήρωας μας λέγεται Γιάννης και είναι Έλληνας! Ο Γιάννης είναι ο παππούς μου, ο παππούς σου, ο θείος μου, ο θείος σου… Ας μην ξεχνάμε πως υπήρξαμε κι εμείς μετανάστες κι ακόμα φεύγουν δικοί μας άνθρωποι στο εξωτερικό για κάτι καλύτερο! Και όχι, δεν είμαστε “άλλο εμείς”… Είμαστε ακριβώς το ίδιο, άνθρωποι!

Λίγη ανθρωπιά ρε παιδιά τίποτ” άλλο… Λίγη ανθρωπιά προς τον ταλαιπωρημένο συνάνθρωπο… Αν είναι δυνατόν πια με αυτόν τον ρατσισμό!

Just Me…

About these ads